Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Το μη χοίρων βέλτιστον;!

Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Hans Eideneier "Μεσαιωνικές Ιστορίες Ζώων" με ωθεί να εκφράσω εδώ κάποιες σκέψεις σχετικά με τον ρόλο του χοίρου στην "Διήγηση των Τετραπόδων" (εκείνο δηλαδή από τα δύο υστεροβυζαντινά ποιήματα του βιβλίου -- το άλλο είναι ο "Πουλολόγος" -- που με απασχόλησε πέραν του μετρίου στο παρελθόν). Η κύρια ιδέα βασίζεται σε μία νύξη στο άρθρο του Ulrich Moening "Ρητορική και Διήγησις των τετραπόδων ζώων" ("Πρώιμη Νεοελληνική Δημώδης Γραμματεία", Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2012, σελ. 573-590).

Απαντώντας λοιπόν στις καυχησιολογίες του λαγού και του ελαφιού σχετικά με την χρησιμότητα τους στον άνθρωπο, ειδικότερα για την νοστιμιά του κρέατος των (στίχοι 296-300 και 340-343, αντίστοιχα), ο χοίρος επαινεί το κρέας του δια μακρών (στίχοι 363-383), ισχυριζόμενος μάλιστα στο τέλος ότι ... προστίθεται πάντα και λίγο χοιρινό, δίκην καρυκεύματος και χάριν αρώματος, όταν μαγειρεύεται κρέας λαγού ή ελαφιού:


Και όταν ψήνουσιν ποτέ τα ιδικά σας κρέη,

προσβάλλουσιν εκ το εμόν όπως να τα αρτύση,

χωρίς εμού ουδεμιάν έχουσι μυρωδίαν. 

Το μόνο άλλο ζώο που παινεύει κάπως το κρέας του είναι το πρόβατο (στίχοι 474-477), που εκδιώκει τον βορβοροκυλισμένο χοίρο από την σκηνή κατηγορώντας τον για κανιβαλισμό και ρυπαρότητα (στίχοι 436-449), επισημαίνοντας του στο τέλος

Και συ ποιείς την ψήφον σου και την υπόληψιν σου 

με ζώα καθαρώτατα, αμίαντα παράπαν. 


Απευθύνει λοιπόν το πρόβατο -- και το ποίημα -- σαφείς κατηγορίες κατά του χοίρου για ακαθαρσία, και, κατ' επέκταση, για ακαταλληλότητα του κρέατος του. Βεβαίως τέτοιες κατηγορίες είναι αναγκαίες για την αλληλοδιαδοχή των ζώων στην σκηνή και τη ροή του ποιήματος -- ο σκύλος κατηγορείται από την αλεπού για ψώρα, το άλογο από τον γάιδαρο για άθλια γεράματα, κοκ -- αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να αντανακλούν και κάποιες ανθρώπινες/θρησκευτικές δοξασίες...

Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προτίμηση του συγγραφέα για το χοιρινό κρέας, ιδίως όταν αυτή συνδυασθεί με την μεγάλη έμφαση στα εκκλησιαστικά καθήκοντα του χοίρου: οι τρίχες του χρησιμοποιούνται -- αντί του βασιλικού των Ορθοδόξων -- από τα φραγκοπαπαδούρια στις αγιαστούρες τους (384-388), καθώς, όπως ειρωνικά ΙΣΩΣ επισημαίνει ο χοίρος,

και την βορβοροκύλισιν ποσώς ουκ ενθυμούνται

και από τους αγιογράφους (392-401) για οίκους φοβερούς και ναούς εξηρημένους

και τας εικόνας τας σεπτάς τας σεβοπροσκυνούσι

τα γένη των χριστιανών εις άπαντα τον κόσμον 

Βεβαίως και το μαλλί του προβάτου χρησιμοποιείται για διάφορα εκκλησιαστικά ρούχα (503-508), και το βουβαλίσιο τυρί το χρώνται οι ηγούμενοι εις τα μονόκυθρα των (600), και τα οστά του ελέφαντα ποιούν και δοκανίκια γλυπτά, τορνοεμφωλευμένα εκκλησιαστικών ηγετών (917-919). Όμως η σύγκριση είναι μάλλον συντριπτική: ο χοίρος είναι τελικά το πιο Χριστιανικό ζώο της Διήγησης! 

Συνδυάζοντας λοιπόν την νοστιμιά του χοιρινού με την 'ευσέβεια' του χοίρου, εύκολα μπαίνουμε στον πειρασμό να αναρωτηθούμε: ΜΗΠΩΣ ο συγγραφέας θέλει να τονίσει πως οι Χριστιανοί τρώνε χοιρινό, ή ακόμη και να στηλιτεύσει την απαγόρευση κατανάλωσης χοιρινού από Εβραίους και Μουσουλμάνους;

Το δεύτερο ερώτημα είναι καίριο, ειδικά επειδή δεν φαίνεται να έχουμε παραδείγματα αναφορών στις διατροφικές συνήθειες των αλλοθρήσκων στην υστεροβυζαντινή γραμματεία και παράδοση! (Δεν αναφέρεται για παράδειγμα κάτι σχετικό στην μελέτη του Hesham M. Hassan "Ο χοίρος στην Αραβική Γραμματεία".) Θα μπορούσαν τα αποσπάσματα του χοιρινού μονόλογου που αναφέρθηκαν παραπάνω να αποτελούν εσκεμμένο όσο και συγκεκαλυμμένο σαρκασμό Εβραίων και Μουσουλμάνων;

Τους Εβραίους σίγουρα δεν τους 'φοβάται' ο ποιητής, αφού χρησιμοποιεί, αδέξια, μία υποτιμητική παροιμία (Εβραίος όζει και βρωμεί και όλη του η θήκη) στον στίχο 424: την παροιμία αυτή εκστομίζει το πρόβατο κατά του χοίρου, παρομοιάζοντας -- όπως κάποτε μας επεσήμανε ο αείμνηστος Τάσος Καραναστάσης -- τις βρωμερές συνήθειες των γουρουνιών με την χρήση απορριμάτων σκύλων από τους παραδοσιακά Εβραίους βυρσοδέψες του Βυζαντίου. (Βλέπε σχετικά και αποθηκάριν του Μωσέ γεμάτο σκυλινέαν (για τον πελεκάνο και τον 'σάκκο' του) στον στίχο 55 του "Πουλολόγου", και, γενικότερα, "An Entertaining Tale of Quadrupeds", σελ. 307-309.)

Με τους Μουσουλμάνους τα πράγματα δεν είναι και τόσο ξεκάθαρα: όπως αναλύουμε με τον Νίκο Νικολάου (Nick Nicholas) στο βιβλίο μας που μόλις ανέφερα παραπάνω, είναι αρκετά απίθανο για τον συγγραφέα της "Διήγησης" να έζησε από κοντά τους Μουσουλμάνους ώστε να αισθάνεται την ανάγκη να καυτηριάσει, έστω και συγκεκαλυμμένα, την αποχή τους από την κατανάλωση χοιρινού κρέατος, και τα ίδια ισχύουν και για το ακροατήριο του. Πράγματι, οι μόνες άμεσες αναφορές σε Μουσουλμάνους αφορούν τα υψηλά και μεγαλοπλουμάτα σάκτια όπου και ο σουλτάνος κάθεται και όλοι οι αμιράδες, φτιαγμένα από το μαλλί του προβάτου (493-494), και ανάλογα προϊόντα που χρησιμοποιούν οι σουλτάνοι, οι άρχοντες, οι ευγενείς, μεγάλοι αμιράδες, φτιαγμένα από το δέρμα του πάρδου, που εκεί γαρ όπου ευρεθή, ψύλλος εκεί ου στέκει (878-882). Αξιοσημείωτα, οι σουλτάνοι και οι εμίρηδες του προβάτου και του πάρδου είναι πιθανότερο να είναι Αιγύπτιοι παρά Οθωμανοί (βλέπε και τα σαρπούζια και ζαρκούλια του στίχου 512 και "Tale", σελ. 60-66 & σελ. 314-317). Ένα ακόμη στοιχείο που ΙΣΩΣ δείχνει ότι οι Μουσουλμάνοι ήταν, ακόμη, απόμακροι, είναι η αναφορά του προβάτου σε απλώς και πάσα γενεά, Ρωμαίοι τε και Φράγκοι (495) ... αμέσως μετά την αναφορά σε Μουσουλμάνους ηγέτες που ήδη αναφέραμε (494): δεν εκπλήσσει, εν όψει τέτοιων εσωτερικών αντιφάσεων, η μετατροπή του στίχου 494 σε ο βασιλεύς δε κάθεται και όλοι οι μεγιστάνοι από τον αντιγραφέα του χειρογράφου L της "Διήγησης" ... εν έτει 1625! (Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε αν η αλλαγή έγινε χάριν εσωτερικής συνέπειας του ποιήματος ή λόγω αντίθεσης προς τους κυρίαρχους πλέον Οθωμανούς ... ειδικά επειδή απουσιάζουν από το χειρόγραφο L οι στίχοι 865-896, συνεπώς και η μόνη άλλη άμεση αναφορά (878-882) του ποιήματος σε Μουσουλμάνους.)

Σε ένα γενικά 'ασαφές' και ενδεχομένως 'απολιτικό' ποίημα λοιπόν, όπου ακόμη και ο αντικαθολικισμός είναι αμφίβολος, θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξει κανείς ότι ο χοίρος είναι εργαλείο αντιμουσουλμανικής ή και αντιεβραϊκής προπαγάνδας ... όσο ελκυστικός και αν είναι ο συνδυασμός 'ευσέβειας' του χοίρου (384-388, 392-401) με την εξύψωση του χοιρινού (363-383) που ήδη επισημάναμε. (Αυτό παρά το γεγονός ότι, με εξαίρεση το μαλλί του προβάτου (483-512), καμία άλλη χρήση φυτοφάγου ζώου δεν συγκρίνεται σε μήκος με τα μαγειρέματα και παρασκευάσματα που αναφέρει ο χοίρος.)

Είναι λοιπόν πολύ πιθανότερο ο μονόλογος του χοίρου να είναι εκεί απλώς για να συμβάλει στο κέφι του ακροατηρίου, ακόμη και να ανοίξει την όρεξη των ακροατών για κάποιους μεζέδες που θα σερβίρονταν μαζί με το κρασί κατά την διάρκεια πιθανών απαγγελιών του ποιήματος. Ανάλογες σκέψεις μπορούν να γίνουν για άλλα σημεία της "Διήγησης": για παράδειγμα, ο εις βάρος του όνου Αισώπειος μύθος για το απανωγόμιν (689-739) που απαγγέλλει ο ίππος, έχει απλώς κωμικό χαρακτήρα ή πρόκειται για μια πρωτόγονη συζήτηση εργατικών δικαιωμάτων;

Όπως και να έχει, ο χοίρος -- πιο κοντά στον αγριόχοιρο παρά στο οικόσιτο γουρούνι -- είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον ζώο της "Διήγησης", καθώς η απρόοπτη προειδοποίηση για το κατά τα άλλα 'στιλβωτικό' δόντι του, έχω το ως άρμα δυνατόν εις τον καιρόν της μάχης (405), υλοποιείται στο τέλος του ποιήματος: ο αμφιβόλου καθαρότητας, ταυτότητας, και χορτοφαγίας χοίρος συμβάλλει αποφασιστικά στην 'επαναστατική' νίκη των φυτοφάγων, ξεκοιλιάζοντας άρκο και λεοντόπαρδο (1053-1057)!








Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Κερασούντα 23 Σεπτεμβρίου 1883

Το παρακάτω κείμενο της εκ μητρός προγιαγιάς μου Περσεφόνης Σουρμελή-Παπαδοπούλου αναδημοσιεύτηκε στο 19ο τεύχος της "Ποντιακής Εστίας" (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1978):

Οι κάτοικοι της πόλεως Κερασούντος έχοντες μεγάλην συγκοινωνίαν με το εσωτερικόν αυτής, αι δε οδοί δι' ων συνεκοινώνουν ούσαι ανώμαλοι, καθίστων δύσκολον την συγκοινωνίαν, ένεκα τούτου απεφάσισαν να επιπεδώσωσιν αυτάς, όπως οι χωρικοί μεταφέρωσιν ευκόλως τα εις την πόλιν εμπορεύματα των. Η επιπέδωσις όθεν αυτών ήρχισε το 1870όν έτος και ετελείωσε το 1883ον αφού εδαπανήθησαν υπέρογκα ποσά προς εντελή αυτών καταρτισμόν. Την δε 23ην 9)βρίου του 1883 ωρίσθη η τελετή των εγκαινίων αυτών, ήτις εγένετο επισημοτάτη εις τι κατάλληλον μέρος ονομαζόμενον Τεκπόη, ένθα συνηθροίσθη πλήθος πολύ αμφοτέρων των φύλων. Προς τιμήν δε της τελετής ταύτης των εγκαινίων ήλθε και ο Υποδιοικητής της επαρχίας Τραπεζούντος δια του ρωσσικού ατμοπλοίου^ συνώδευσαν δε τον ειρημένον υποδιοικητήν εις τον τόπον της τελετής οι μαθηταί της τουρκικής, ελληνικής και αρμενικής σχολής. Η δε οδός δι' ης διήρχετο ο υποδιοικητής ήτο εστρωμένη με δάφνας. Εις την τελετήν ταύτην παρευρέθησαν και οι εν τη πόλει διαμένοντες Πρόξενοι Ρωσσίας και Αυστρίας φέροντες τας προξενικάς στολάς των και έχοντες τας σημαίας των ανηρτημένας. Εθυσίασαν δε και πέντε πρόβατα, των οποίων το κρέας διενεμήθη εις τους πτωχούς Οθωμανούς. Μετά την τελετήν τον ειρημένον Υποδιοικητήν μετά της συνοδείας του ωδήγησαν εις την οικίαν ενός των τα πρώτα φερόντων της πόλεως, ένθα επί δύο ημέρας εφιλοξενείτο. 

Συνεχίζω με το περί Κερασούντος σημείωμα του ανατύπου της "Ποντιακής Εστίας":

Η Κερασούντα είναι από τις αρχαίες πόλεις του Πόντου, ένα από τα μαργαριτάρια του Ευξείνου, και δίκαια της είχε δοθή ο τίτλος της "Νύφης του Πόντου". Και δεν ήταν μόνο όμορφη σαν πολιτεία, με περιποιημένους δρόμους και ευπρόσωπα, αρχοντικά σπίτια, αλλά και πλουσία. Κι αυτό, διότι πολλοί από τους κατοίκους της, ασχολούμενοι παλαιότερα με την εμπορική ιστιοπλοία -- πριν εκτοπισθή αυτή σαν μέσον θαλασσίων μεταφορών από το ατμόπλοιο -- περιέπλεαν την Μαύρη Θάλασσα και την Μεσόγειο και έφερναν από εκεί στην πατρίδα τους και πλούτο και πολιτισμό.

Πέρα από αυτό, η Κερασούντα είχε το ευτύχημα να προΐσταται της πόλεως σαν δήμαρχος μία προσωπικότης κοινής εκτιμήσεως από Τούρκους και Έλληνες κατοίκους, μία εξαιρετικά δυναμική και ικανή προσωπικότης, που έγινε γνωστή σ' όλον τον Πόντο και στο εξωτερικό -- ο θρυλικός, θα λέγαμε, Γεώργιος Κωνσταντινίδης, με την απλή προσωνυμία "Καπετάν Γεώργη πασάς". Ο τίτλος του πασά απενεμήθη σ' αυτόν με σουλτανικό φιρμάνι, το οποίο μάλιστα τον ανεκήρυττε ισόβιο δήμαρχο της Κερασούντας, τόσο για τις ικανότητες του όσο και για τις γενναιόδωρες οικονομικές παροχές προς την πόλη από το ιδιωτικό του ταμείο. Την προσαγόρευση "Καπετάν" την ήθελε ο ίδιος, σαν παλαιός ναυτικός που ήταν. Σε πολλές χιλιάδες χρυσές τουρκικές λίρες έφτασαν οι προσωπικές αυτές παροχές του, χάρις στις οποίες, κυρίως, η Κερασούντα απέκτησε σύγχρονη ρυμοτομία και εξωραϊσμό ευρωπαϊκού επιπέδου.

Το όνομα της το οφείλει η πόλη στα εξαιρετικά σε ποιότητα κεράσια της, από εκεί δε μετέφερε στα 74 π.Χ. ο στρατηγός Λούκουλος την κερασιά στη Ρώμη. Το κύριο ωστόσο εξαγώγιμο προϊόν της Κερασούντας ήσαν -- και είναι και σήμερα -- τα επίσης εκλεκτά σε ποιότητα αλλά και άφθονα σε ποσότητα φουντούκια της, στα οποία στηρίζεται η όλη εμπορική ζωή της "Νύφης του Πόντου" όπως την είπαμε.

Πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο η Κερασούντα είχε 22 χιλ. κατοίκους, από τους οποίους οι 10 χιλ. ήσαν Έλληνες, με ζηλευτά εκπαιδευτικά ιδρύματα και καλλιμάρμαρες εκκλησίες, οι 10 χιλ. Τούρκοι και οι 2 χιλ. Αρμένιοι, που είχαν όμως εξοντωθή ολοκληρωτικά στα 1915 από το τουρκικό κράτος, με απροκάλυπτη και απροσχημάτιστη σφαγή. Και ο ελληνικός επίσης πληθυσμός, που κατείχε τα σκήπτρα στα γράμματα, στις επιστήμες, γενικά στην πνευματική ζωή και στο εμπόριο, υπέστη φοβερή συρρίκνωση κατά τα 4 χρόνια του πολέμου εκείνου, με εκτοπίσεις, φόνους, φυλακίσεις και απαγχονισμούς, όπως και με κατασχέσεις περιουσιών, ληστείες και διαρπαγές από μέρους του οθωμανικού κράτους και ιδιωτών Τούρκων που είχαν αποβή "κράτος εν κράτει".

Περισσότερα περί Κερασούντας, μαζί με παλιές φωτογραφίες, εδώ.



Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Δάγκουλας, ο 'δράκος' της Θεσσαλονίκης

Η Πασχαλίνα Οικονόμου, η επονομαζόμενη "ταχυδρόμος της ελευθερίας", πέθανε σε ηλικία 100 ετών, τιμημένη με παράσημο ως μακεδονομάχος. Υπό το "βάρος" της πατριωτικής παράδοσης της οικογένειας του φαίνεται πως ο Δημήτριος Οικονόμου, ο μικρότερος αδελφός του Αλέξανδρου, επέλεξε να ενταχθεί στην Χωροφυλακή. Άγνωστοι λόγοι τον οδήγησαν γρήγορα σε παραίτηση. Κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του υποδηματοποιού, αλλά όταν τα οικονομικά του δυσκόλεψαν, επέστρεψε στην Χωροφυλακή, το 1924. Υπηρέτησε στην Ειδική Ασφάλεια Θεσσαλονίκης με τον βαθμό του ανθυπασπιστή. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Δάγκα, "ο ανθυπασπιστής Δημήτριος Οικονόμου ήταν ο ικανότερος, κατά γενική ομολογία, μυστικός αστυνομικός της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης. Ήταν πασίγνωστος με το παρωνύμιο Παπάς."

Σε μία από τις επιχειρήσεις της στην περιοχή της Αγίας Σοφίας, το 1925, η Ειδική Ασφάλεια συνέλαβε τον Νίκο Ζαχαριάδη. Τη μεταφορά του προς τα γραφεία της Ειδικής Ασφάλειας, στην οδό Πολωνίας, ανέλαβε ο Δημήτριος Οικονόμου.

Ο τελευταίος ήταν ενδεδυμένος, όπως όριζε ο κώδικας του καθώς πρέπει αστυνομικού της Ασφάλειας, με κουστούμι και καλογυαλισμένα παπούτσια, και το ντύσιμο αυτό αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ο Ζαχαριάδης για να επιχειρήσει να αποδράσει. Στη διάρκεια της διαδρομής, υποκρινόμενος ότι ενδιαφέρεται για την ενδυμασία του συνοδού του, του πρότεινε να μην είναι από την εξωτερική πλευρά του δρόμου εκτεθειμένος στα χώματα και τα νερά, και να αλλάξουν θέσεις. Άγνωστο γιατί, ο Οικονόμου δέχτηκε την πρόταση.

Φτάνοντας πάνω από την κατακόμβη της εκκλησίας του Αη-Γιάννη, ο Ζαχαριάδης τον έσπρωξε, ρίχνοντας τον από μεγάλο ύψος. Εκμεταλλευόμενος την πτώση του "συνοδού" του, έσπευσε να διαφύγει. Λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του, ο Οικονόμου έμεινε για μεγάλο διάστημα νοσηλευόμενος στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Το "ατύχημα" αυτό του άφησε μόνιμο κινητικό πρόβλημα στα κάτω άκρα. Τα μέλη του ΚΚΕ, που τον αποκαλούσαν "Παπά", θα του προσθέσουν και το παρατσούκλι "ο Κουτσός". Στην αναπηρία του οφείλεται, εκτός άλλων, το μεγάλο μένος για τους κομμουνιστές. Στα επόμενα χρόνια, δεν παρέλειψε να κακοποιεί τους συλληφθέντες κομμουνιστές εργάτες. Το 1928 το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης δεν θα διστάσει να απειλήσει προσωπικά τον Παπά αλλά και τους μυστικούς της Ειδικής Ασφάλειας, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις δραστηριότητες των εργατών. Η απειλή, τελικά, πραγματοποιήθηκε, και πολλοί άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας ξυλοκοπήθηκαν, μετά τον εντοπισμό τους μέσα σε συγκεντρώσεις. Εξαιτίας της αναπηρίας του, ο Οικονόμου απολύθηκε από την Χωροφυλακή. Η γερμανική κατοχή τον βρήκε να ασκεί το επάγγελμα του υποδηματοποιού, βιώνοντας καθημερινά τον φόβο για πιθανή αντεκδίκηση εκ μέρους μελών του ΚΚΕ για τη σύλληψη του Ζαχαριάδη και τη δράση του ως στέλεχος της Ειδικής Ασφάλειας.

Το παραπάνω απόσπασμα (σελ. 66-67) από το βιβλίο του Ανδρέα Βενιανάκη "Δάγκουλας, ο 'δράκος' της Θεσσαλονίκης" (Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2016) δείχνει την πορεία μεταλλαγής ενός πατριώτη αστυνομικού σε συνεργάτη των Γερμανικών Δυνάμεων Κατοχής ... αλλά και την βασανιστική πορεία του συγγραφέα προς την αλήθεια -- όχι μόνο την 'εύκολη' αλήθεια των θυμάτων, αλλά και την 'δύσκολη' αλήθεια των θυτών, όχι μόνο την άνοδο των αγωνιστών προς τον δυσβάσταχτο μα κατανοητό θάνατο, μα και την κάθοδο των ταγματασφαλιτών στην ακατανόητη τυφλή βία. Ένας προς έναν παρελαύνουν οι Δαγκουλαίοι, φορτωμένοι με τα 'παράσημα' μιας συνήθως ασήμαντης ζωής, σκοτεινές λεπτομέρειες που μόνον ένας πολύ επίμονος ερευνητής θα μπορούσε κάπως να φωτίσει: για τα εγκλήματα τους υπάρχουν οι πρόθυμες μαρτυρίες των συγγενών και φίλων των θυμάτων, για τις ζωές που οδήγησαν στα εγκλήματα αυτά και στην απροκάλυπτη συνεργασία με τον κατακτητή λίγοι θα ήθελαν να μιλήσουν...

Ένα κοινό δραματικό στοιχείο στην πορεία πολλών Δαγκουλαίων είναι η κατάληξη από μία βαθμιαία μη ελεγχόμενη από τον κατακτητή και κυριαρχούμενη από την Αντίσταση ύπαιθρο στην 'φτωχομάνα' Θεσσαλονίκη (της οποίας η κατασκότεινη πλευρά φωτίζεται άπλετα από τον συγγραφέα παρά την πάροδο των δεκαετιών): όσο στένευαν τα τοπικά αλλά και χρονικά περιθώρια, όσο δυσκόλευε η όποια δυνατότητα απόκρυψης ή αναστροφής των πράξεων τους, τόσο περισσότερο η τυφλή, απεγνωσμένη βία αποτελούσε μονόδρομο και φαύλο κύκλο. Χωρίς να προβάλλεται ιδιαίτερα από τον συγγραφέα, η απελπισία των θυτών προβάλλει ανάγλυφη μέσα από τις συγκλονιστικά λεπτομερείς ιστορίες του βιβλίου του, μέσα από τις διασκεδάσεις των εκτελεστών ύστερα από τις ομαδικές εκτελέσεις, μέσα από τους εύκολους και εφήμερους θριάμβους τους: γνώριζαν κατά βάθος ότι η εξουσία τους γρήγορα θα τελείωνε, ότι οδός διαφυγής δεν θα υπήρχε -- ότι οι πράξεις τους θα συγχωρούνταν σε μεγάλο βαθμό από το (μετ)εμφυλιακό κράτος, όπως επίσης τεκμηριώνεται στο βιβλίο, δεν ήταν εύκολο να το γνωρίζουν την στιγμή της δράσης -- και ότι έπρεπε επομένως να απολαύσουν την ακραία ισχύ τους όσο υπήρχε.

Από τις πολλές ιστορίες του βιβλίου ξεχωρίζω τις δολοφονίες του δικηγόρου Αθανάσιου Φείδα (Μάρτιος 1944, σελ. 131-133) και του μαθηματικού Ιωακείμ Αλεξιάδη (Ιούλιος 1944, σελ. 167-169), αλλά και την εκτέλεση του αρχιδαγκουλαίου Γιώργου Σαμαρά ... από τους άνδρες του συνεργάτη των Γερμανών Κισά-Μπατσάκ στις 9 Οκτωβρίου 1944 (σελ. 79-80). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πρώιμες απόπειρες εξόντωσης του Δάγκουλα είτε από δικούς του ανθρώπους είτε από Γερμανούς (!) αντιστασιακούς (σελ. 123-124). Ακόμη, το μπλόκο της Καλαμαριάς (13 Αυγούστου 1944, σελ. 180-192), το τέλος του Δάγκουλα και της ομάδας του (σελ. 226-238), ο τρόπος που απέφυγαν την τιμωρία κάποιοι Δαγκουλαίοι όπως ο Δημήτριος Οικονόμου, κλπ

... Ρώτησα τον Ανδρέα ... γιατί αφού πήρε πληροφορίες από τόσους ανθρώπους ... είμαι ένας από τους πέντε που "βοήθησαν με τον τρόπο τους" και που ευχαριστεί ονομαστικά στον πρόλογο ... και αφοπλιστικά απάντησε "γιατί ξαναγύρισες", υπονοώντας ότι του τηλεφώνησα ή του έγραψα μετά την πρώτη συνάντηση μας, διαρκείας τεσσεράμισυ ωρών (καφενείο "Άλφα", 22-11-2012) ... όπου του έδειξα διάφορα έγγραφα σχετιζόμενα με την ιστορία του πατέρα μου Χρήστου Μπαλόγλου και των αδελφών του, που έχει επίσης συζητηθεί στο Όμηρος 32356. Σύμφωνα και με την κατάθεση του θείου μου Περικλή Μπαλόγλου στον Λοχαγό Παπαϊωάννου (17 Μαΐου 1945):

την 20η Απριλίου 1944 και ώρα 01.30 ήρθαν στο σπίτι μας 8-10 Έλληνες και Γερμανοί μεταξύ των οποίων και ο Δάγκουλας και ο Γεώργιος Σαμαράς Βούλγαρος εκ Γουμένισσας ο οποίος φονεύτηκε αργότερα. Αυτοί αναζητούσαν εμένα αλλά συνέλαβαν και τον αδελφό μου Βύρων Μπαλόγλου και Χρήστο Μπαλόγλου και μας μετέφεραν στο ξενοδοχείο Ανατολική Μακεδονία

Η παραπάνω μαρτυρία περιέχεται στην υποσημείωση 147, σελίδα 62: υπάρχουν συνολικά 1076 υποσημειώσεις σε 240 σελίδες κειμένου, τεκμηριώνοντας την πάλη του συγγραφέα με τα αρχεία και τις μαρτυρίες. Ο Ανδρέας δεν είναι ιστορικός με πτυχίο, 'σπούδασε' όμως Ιστορία γράφοντας το βιβλίο του, και κέρδισε την εκτίμηση ιστορικών όπως ο Στράτος Δορδανάς και ο Βάιος Καλογριάς (που προλογίζουν τον "Δάγκουλα"). Θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα αντικειμενικός, και σε καμιά περίπτωση στρατευμένος -- μια γρήγορη ανάγνωση της σελίδας 38, όπου καταγράφονται οι εμπειρίες του Δάγκουλα στην φυλακή του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο Κοζάνης, αρκεί...

Τελειώνω με την ανέκδοτη μαρτυρία ενός πιο μακρινού μου θείου (Alexander Amarilios), που είχε την καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μου (Ιούλιος 2016) ... και που δείχνει πόσο κινδύνευαν από την ανεξέλεγκτη βία των Δαγκουλαίων -- ή και 'συγγενών' ομάδων -- ακόμη και άνθρωποι που δεν είχαν καμία σχέση με την ευρέως εννοούμενη Αριστερά (κάτι που επίσης τεκμηριώνουν τα κατά των ταγματασφαλιτών άρθρα του παραδοσιακά δεξιού "Ελληνικού Βορρά" του 1945 όπου ευρέως παραπέμπει ο Ανδρέας):

Προσωπικά είχα μια περιπέτεια με τα τάγματα ασφαλείας (η κάποια παρόμοια παραστρατιωτική οργάνωση των Γερμανών) το καλοκαίρι του 1944. Τότε κατ΄ εντολή του αφεντικού μου Σέφελ, που ήταν πρόξενος της Γερμανίας στον Βόλο και προφανώς ήξερε για την αναμενόμενη αποχώρηση των Γερμανών, πήγα με την μοτοσυκλέτα μου στην αποξηραμένη λίμνη των Γιαννιτσών όπου αλωνιστικές μηχανές της εταιρίας μας αλώνιζαν τα σιτάρια των χωρικών του Κολυνδρού που είχαν τα χωράφια τους εκεί, για να διατάξω τους μηχανικούς να γυρίσουν αμέσως τα μηχανήματα στην Θεσσαλονίκη. Αυτοί αμέσως ετοίμασαν τις αλωνιστικές να φύγουν. Ενώ αυτοί έφευγαν προς Θεσσαλονίκη μία ομάδα ενόπλων εμφανίστηκε και με διέταξε να πάω αμέσως στον Κολυνδρό και με ακολούθησαν με το αυτοκίνητό τους. Μόλις φθάσαμε στο χωριό με σπρώξανε σ’ ένα δωμάτιο της δημαρχίας λέγοντας ότι συλλαμβάνομαι γιατί τους εγκατέλειψα στη μέση της συγκομιδής τους, πράγμα που ήταν  κάπως ευνόητο. Με κράτησαν  εκεί μερικές ώρες, οπότε ήρθε ένας από τους χωριάτες  που τον ήξερα από πριν, μου άνοιξε την πόρτα και μου είπε να φύγω αμέσως και γρήγορα.

Αργότερα όταν έφυγαν οι Γερμανοί συνάντησα τον ίδιο  χωριάτη στο δρόμο στη Θεσσαλονίκη όπου μου εξήγησε ότι θα με σκότωναν αλλά γλύτωσα επειδή ήμουν υπάλληλος του Σέφελ που όπως έγραψα  παραπάνω ήταν τότε Γερμανός πρόξενος στο Βόλο και το θεώρησαν μη σοφό. Επίσης μου είπε ότι είχαν πάρει στο κατόπι τις μηχανές μας  αλλά δεν τις πρόλαβαν πριν περάσουν τον Λουδία, όπου τελείωνε η δικαιοδοσία τους .  Και έτσι έμεινα με την λαχτάρα.  Αργότερα όταν έφυγαν οι Γερμανοί μας επίταξαν τα τρακτέρ μας οι ελασίτες που αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν στο δημόσιο δρόμο για το Κιλκίς επειδή έμειναν από πετρέλαιο και όπου τα βρήκαν οι Εγγλέζοι που μας ειδοποίησαν να πάμε να τα πάρομε.

[Η επίσημη παρουσίαση του βιβλίου του Ανδρέα Βενιανάκη θα γίνει στις 11 Οκτωβρίου, ενώ κριτικές έχουν ήδη γραφτεί στην Εφημερίδα των Συντακτών και στην Vivlioniki.] 

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Περί όνου Σκιώνης


Το τελευταίο -- κατά δήλωση του ιδιοκτήτη του, που έτυχε να εμφανιστεί λίγο μετά την φωτογράφιση -- γαϊδουράκι της Νέας Σκιώνης, ένα καλοκαιρινό πρωινό του 2015, στις παρυφές του κεντρικού δρόμου που περνάει έξω/πάνω από το χωριό: χρησιμοποιείται ακόμη σε γεωργικές εργασίες!